Τετάρτη, 27 Νοεμβρίου 2013

Βροχερά σ' αγαπάω

-Ή θα πέσουμε μαζί ή...
Δε θυμάμαι πώς τελειώνει αυτή η φράση-στο μαζί τελειώνει.
Θυμάμαι -και θα θυμάμαι, στο υπόσχομαι- στεκόμασταν αγκαλιά,
στο κατώφλι του χειμώνα, σαχλαμαρίζαμε.
Κινδυνεύαμε να πέσουμε.

Αλλά θυμάμαι-και θα θυμάμαι, στο υπόσχομαι-
ανάμεσα στις απέραντες φλυαρίες μας, εκείνες τις πέντε λέξεις που κάθε που τις ανακαλώ
κάνουν την ψυχή μου να κουνιέται πέρα δώθε, λες και εγκλωβίζεται στο σώμα μου και θέλει να βγει.
Να πετάξει, να φτάσει αυτούς τους ήχους που τόσο αγαπά-τη φωνή σου- και να μπλεχτεί μαζί τους, μέχρι που να μην ξεχωρίζουν πια.

Κι όμως θυμάμαι-και θα θυμάμαι, στο υπόσχομαι-σήμερα ήταν.
Έβρεχε. Σήμερα ήταν. Σήμερα το πρωί.

-Το ξέρεις ότι σ' αγαπάω;



Κυριακή, 24 Νοεμβρίου 2013

Προετοιμασίες κι υποδοχές

Έλα εαυτέ μου, μην σκύβεις το κεφάλι, μην καμπουριάζεις το σώμα.
Σήκωσε το βλέμμα σου ψηλά. Σήκω πάνω, τι κάθεσαι;

Ετοιμάσου, φτιάξε λίγα τα μαλλιά σου, σκούπισε τα μάτια σου, χαμογέλα και μη δειλιάζεις μπροστά στην ευτυχία που έρχεται.

Παρασκευή, 22 Νοεμβρίου 2013

Νοέμβρης στην Αθήνα

Νοέμβρης στην Αθήνα κι η λιακάδα του φθινοπώρου δυσκολεύεται να εγκαταλείψει τον ουρανό. Το ίδιο και η ανάγκη μας να πιστεύουμε σε κάτι. Στο θα που θα έρθει, στο «του χρόνου» που πλησιάζει, στο επόμενο σαββατοκύριακο, σε κάτι ...
Εγώ πιστεύω στο κέντρο της πόλης. Είναι κάτι στον αέρα που διαχέεται κι από το Σύνταγμα εκτείνεται κατά μήκος της Αρεοπαγίτου και πάλι πίσω.
Ένα κράμα από προσδοκίες μικροπωλητών, καστανάδων, ανθρώπων σε καφέ, πεζών.
Παρασκευή στην Αθήνα και κάτι επιτέλους αλλάζει. Τα πρώτα μπουφανάκια κάνουν την εμφάνισή τους.
Στον απόηχο του νέου φόρου ακινήτων και του ασφαλιστικού προσπερνώ αδέσποτα σκυλιά, ορδές αλλοδαπών κι ένα σωρό συζητήσεις στα ασφυκτικά γεμάτα μεζεδοπωλεία. Δύο λαχειοπώληδες σε μια γωνιά αναθεματίζουν το πολιτικό σύστημα, την Τρόικα, τη Χώρα.
-Πάει τελείωσαν όλα, λέει ο πιο φαλακρός στον άλλον.
-Άστα , εδώ δεν έχουμε να φάμε, λέει και καταπίνει την τελευταία μπουκιά από το σουβλάκι του.
Ανεβαίνω την ανηφορίτσα και να ‘μαι! Πλάκα ώρα δέκα και μισή.
Στην οδό Μνησικλέους γίνεται λαϊκό προσκύνημα.
Τουρίστες, Έλληνες, σερβιτόροι και πελάτες όλοι ένα. Νιώθω ξαφνικά λες κι είμαι στο κέντρο του κόσμου. Τα «αχ συγγνώμη» ή έστω τα «αχ, excuse me» δίνουν και παίρνουν μέχρι να καταφέρω να ανέβω στο τραπέζι της παρέας μου. Καθόμαστε στο περίφημο «Γιασεμί», ανάμεσα στις μυρωδιές από την ποικιλία κρεατικών της παρέας που κάθεται στο «γέρο του Μοριά», στις κολώνιες και στ’ αρώματα του φθινοπώρου.
Τσάι ζεστό, λεμονόπιττα και το Αθηναϊκό φεγγάρι να ξεχωρίζει απ’ όλα τα μικρά λαμπάκια των μαγαζιών. Δε θυμάμαι πότε ξανά η ευτυχία σήμαινε απλά μια βόλτα στα Αναφιώτικα.
Κοιτάζω ψηλά, κλείνω τα μάτια μου κι αυτός ο ίδιος αέρας που διαχέεται σε όλες τις συνοικίες της Αθήνας παίρνει τις σκέψεις μου και τις ανακατεύει με τα γέλια , τις συζητήσεις, τα παράπονα, με τους ήχους από τα σπασμένα ποτήρια, με το παρελθόν. Και νιώθω λες και τις φέρνει ένα βήμα πιο κοντά στο μέλλον. Ο ίδιος αέρας που φύσηξε σχεδόν δύο αιώνες πριν δε σταμάτησε ποτέ να διαχέεται στα σοκάκια της πόλης. Να διαχέεται και να διαχέει τα σημεία των καιρών κι όλες αυτές τις ελληνικές λέξεις στο άπειρο, στο τίποτα, στο χρόνο.
Κι έτσι γι’ απόψε δε με νοιάζει τι ανακοίνωσε ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, η Τρόικα ή το δελτίο των 8. Απόψε οι λέξεις που θα σκορπίσουν στον αέρα της πόλης θα μπλέκονται με γέλια, με ήχους από εκτεταμένα φιλιά και με την ανάγκη μου να πιστεύω στο κέντρο της Αθήνας.


Πέμπτη, 7 Νοεμβρίου 2013

Δυο γραμμές για μια ημέρα που πέρασε

Ξέρεις όταν τίποτα δεν πάει όπως το είχες οραματιστεί, οι φίλοι που έχεις αποκτήσει είναι μια ανάμνηση ότι κάποτε τα πράγματα έγιναν όπως τα ήθελες...

κι αυτό είναι μια κάποια παρηγοριά και μια ελπίδα που περιμένεις να ζωντανέψει ξανά...