Σάββατο 31 Μαΐου 2014
Κυριακή 11 Μαΐου 2014
Το ωραίο γλυκό της Κυριακής
Έχω ένα κενό μέσα μου και μια προσμονή...
Δεν είναι της άνοιξης τα καμώματα, εσύ είσαι.
Το αύριο και το κεκ.
Το ωραίο γλυκό της Κυριακής.
Να σταθούμε πάνω από το ταψί την ώρα που αχνίζει ακόμα.
Να μυρίσουμε την ψημένη βανίλια.
Να σπάσουμε τις άκρες , τάχα να δοκιμάσουμε αν πέτυχε.
Δεν είναι της άνοιξης τα καμώματα, εσύ είσαι.
Το αύριο και το κεκ.
Το ωραίο γλυκό της Κυριακής.
Να σταθούμε πάνω από το ταψί την ώρα που αχνίζει ακόμα.
Να μυρίσουμε την ψημένη βανίλια.
Να σπάσουμε τις άκρες , τάχα να δοκιμάσουμε αν πέτυχε.
Πέμπτη 8 Μαΐου 2014
Αχ (σημειωματάριο)
Δεν το ξέρεις αλλά όταν χωριστήκαμε, εκεί μπροστά από το ΑΤΜ της Πειραιώς, στάθηκα για ένα λεπτό, έμεινα να σε κοιτάζω. Να βεβαιωθώ ότι ήσουν καλά. Να... Να.... Να....
Σε παρατηρούσα να περπατάς μέσα στο πλήθος.
Δεν ξέρω σε τι ήλπιζα. Να γυρίσεις να με κοιτάξεις κι εσύ;
Δεν ξέρω καν αν ήλπιζα σε κάτι ή αν εξυπηρετούσα κάποιου είδους οφθαλμολαγνεία.
Ήξερα μόνο ότι ευχόμουν. Να συνεχίσεις να περπατάς μέσα στον κόσμο.
Κι εγώ να συνεχίσω να υπάρχω μέσα σ' αυτόν τον κόσμο... για σένα.
Παρασκευή 2 Μαΐου 2014
Υπόσχεση
Τη μέρα πριν φύγεις για Πάσχα , καθόμασταν αντικρυστά στο τρένο.
Δεν το θυμάσαι, βάζω στοίχημα με τον εαυτό μου .
Όταν φτάσαμε στο σταθμό Βικτώρια, σηκώθηκες, έσκυψες στ' αφτί μου και μου είπες: Από σταθμό σε σταθμό. Δεν κρατάει παρά μόνο μία αιωνιότητα.
Κι ύστερα βγήκες. Στάθηκες κοντά στο τζάμι μέχρι να φύγει το βαγόνι. Σήκωσες το χέρι σου και με ένα νεύμα με χαιρέτισες. Έμοιαζε με χωρισμό ή έτσι το 'νιωσα;
Σφίχτηκε το στομάχι μου.
Το τρένο ξεκίνησε πάλι. Κάθισα παθητική να βλέπω την πλάτη σου να ξεμακραίνει κι εμένα να προχωράω μπροστά.
Μια αιωνιότητα μας χώριζε πια.
Μια υπόσχεση να ξαναβρεθούμε στην επόμενη στάση.
Δεν το θυμάσαι, βάζω στοίχημα με τον εαυτό μου .
Όταν φτάσαμε στο σταθμό Βικτώρια, σηκώθηκες, έσκυψες στ' αφτί μου και μου είπες: Από σταθμό σε σταθμό. Δεν κρατάει παρά μόνο μία αιωνιότητα.
Κι ύστερα βγήκες. Στάθηκες κοντά στο τζάμι μέχρι να φύγει το βαγόνι. Σήκωσες το χέρι σου και με ένα νεύμα με χαιρέτισες. Έμοιαζε με χωρισμό ή έτσι το 'νιωσα;
Σφίχτηκε το στομάχι μου.
Το τρένο ξεκίνησε πάλι. Κάθισα παθητική να βλέπω την πλάτη σου να ξεμακραίνει κι εμένα να προχωράω μπροστά.
Μια αιωνιότητα μας χώριζε πια.
Μια υπόσχεση να ξαναβρεθούμε στην επόμενη στάση.
Τετάρτη 30 Απριλίου 2014
"Μικρά ρώσικα κουτιά" για τις Anazitiseis news
Αχ, άνοιξη , επιτέλους άνοιξη! Κι ένας μήνας μακριά απ' το καλοκαίρι.
Τα μικρά περιμένουν τις διακοπές, οι μαθητές να τελειώσουν οι εξετάσεις κι οι μαμάδες στα πηγαδάκια έξω απ' το σούπερ μάρκετ ανάμεσα στα αχ της εποχής της κρίσης λένε και ξαναλένε : Πέρασε κι αυτή η χρονιά!
Πέρασε λοιπόν... είναι πια επίσημο, με τα σκωροκτόνα να δίνουν και να παίρνουν, αυτός ο τελευταίος μήνας θα ΄χει μια μυρωδιά ναυθαλίνης. Για όλα εκείνα που αφήσαμε να πετάξουν στους αιθέρες και να γίνουν χθες από εμείς. Ναυθαλίνη και μαζί με τις μπλούζες μας, τα τζιν και τα μπουφάν μας , διπλώνουμε και τις αναμνήσεις που σέρνουν μαζί τους. Τις αύρες μας που αιωρήθηκαν πάνω από την πόλη, τα βήματα που μας έφτασαν στα ραντεβού των 8 στην πλατεία Συντάγματος και στην προσδοκία που απλώνεται στην Ηρώδου Αττικού.
Α κι εκείνα τα όνειρα που έγιναν, δεν έγιναν, σχεδόν έγιναν τα τοποθετούμε πρόχειρα, άτσαλα σε κουτιά .
Μικρά ρώσικα κουτιά, ζωγραφισμένα στο χέρι για να φυλάξουμε ό,τι πολυτιμότερο μας έδωσε ο χειμώνας που φεύγει.
Ό,τι πολυτιμότερο μας έδωσε η ζωή που φεύγει.
Το τέλος λοιπόν για μια χρονιά γεμάτη και για μια πόλη που γέμισε από στιγμές. Ναυθαλίνη λοιπόν να φυλάξουμε, να προστατεύσουμε, να παγώσουμε τη φθορά.
Να τοποθετήσουμε περισσότερα μικρά ρώσικα κουτιά.
Και μια υπόσχεση να μένει, για ακόμα περισσότερα "Σε συν"...
Τα μικρά περιμένουν τις διακοπές, οι μαθητές να τελειώσουν οι εξετάσεις κι οι μαμάδες στα πηγαδάκια έξω απ' το σούπερ μάρκετ ανάμεσα στα αχ της εποχής της κρίσης λένε και ξαναλένε : Πέρασε κι αυτή η χρονιά!
Πέρασε λοιπόν... είναι πια επίσημο, με τα σκωροκτόνα να δίνουν και να παίρνουν, αυτός ο τελευταίος μήνας θα ΄χει μια μυρωδιά ναυθαλίνης. Για όλα εκείνα που αφήσαμε να πετάξουν στους αιθέρες και να γίνουν χθες από εμείς. Ναυθαλίνη και μαζί με τις μπλούζες μας, τα τζιν και τα μπουφάν μας , διπλώνουμε και τις αναμνήσεις που σέρνουν μαζί τους. Τις αύρες μας που αιωρήθηκαν πάνω από την πόλη, τα βήματα που μας έφτασαν στα ραντεβού των 8 στην πλατεία Συντάγματος και στην προσδοκία που απλώνεται στην Ηρώδου Αττικού.Α κι εκείνα τα όνειρα που έγιναν, δεν έγιναν, σχεδόν έγιναν τα τοποθετούμε πρόχειρα, άτσαλα σε κουτιά .
Μικρά ρώσικα κουτιά, ζωγραφισμένα στο χέρι για να φυλάξουμε ό,τι πολυτιμότερο μας έδωσε ο χειμώνας που φεύγει. Ό,τι πολυτιμότερο μας έδωσε η ζωή που φεύγει.
Το τέλος λοιπόν για μια χρονιά γεμάτη και για μια πόλη που γέμισε από στιγμές. Ναυθαλίνη λοιπόν να φυλάξουμε, να προστατεύσουμε, να παγώσουμε τη φθορά.
Να τοποθετήσουμε περισσότερα μικρά ρώσικα κουτιά.
Και μια υπόσχεση να μένει, για ακόμα περισσότερα "Σε συν"...
Τετάρτη 16 Απριλίου 2014
Χαμένες Πανσέληνοι
Χάνονται στα αντίο της προσοχής του κενού της επόμενης στάσης, στα ίσως της ανασφάλειας, στα μάλλον της αμφιβολίας και σ' εκείνη την απαίσια μετριότητα της ατονίας που μαζί με τη μυρωδιά του τσιγάρου εμποτίζει τα ρούχα, τα μαλλιά, την κούπα του καφέ, τα χείλη σου.
Σαλπάρουν οι πανσέληνοι κι εμείς στέκουμε στάσιμοι στο τώρα, στην οθόνη που παίζει έναν αγώνα μπάσκετ, στις σκόρπιες εικόνες ανθρώπων που περνούν το δρόμο απέναντι και στο βλέμμα σου που σκόρπισε μακριά τα μάτια σου απ΄ τα δικά μου.
Κι αν επιμένω να κοιτάζω τον ουρανό είναι για να διώξω , να ξορκίσω, να κλέψω κάτι από τη μαγεία του.
Κι όσο καθαρός κι αν είναι απόψε, ακόμα δεν κατάφερα να δω ξεκάθαρα το θαύμα της ανοιξιάτικης πανσελήνου.
Σαλπάρουν οι πανσέληνοι κι εμείς στέκουμε στάσιμοι στο τώρα, στην οθόνη που παίζει έναν αγώνα μπάσκετ, στις σκόρπιες εικόνες ανθρώπων που περνούν το δρόμο απέναντι και στο βλέμμα σου που σκόρπισε μακριά τα μάτια σου απ΄ τα δικά μου.
Κι αν επιμένω να κοιτάζω τον ουρανό είναι για να διώξω , να ξορκίσω, να κλέψω κάτι από τη μαγεία του.
Κι όσο καθαρός κι αν είναι απόψε, ακόμα δεν κατάφερα να δω ξεκάθαρα το θαύμα της ανοιξιάτικης πανσελήνου.
Κυριακή 16 Φεβρουαρίου 2014
Επιστρέφω-Ο άστεγος του σινεμά
για όλα εκείνα μου έμειναν μισά επιστρέφω.
σε όλα εκείνα που έμειναν μισά επιστρέφω.
σε όλα εκείνα που έμειναν μισά επιστρέφω.
Κινηματογράφος Έλλη. Ώρα 20:00. Τέλη Γενάρη κι ο χειμώνας μοιάζει να βολτάρει απόψε στο κέντρο της πόλης. Η Ακαδημίας γέμισε από παλτό και ανθρώπους με τα χέρια χωμένα στις τσέπες. Τόσα χρόνια αυτός ο τόπος όλο αλλάζει κι όλο ο ίδιος μένει. Κι εγώ. Αύριο, αύριο θα αλλάξω. Θα σηκωθώ από την άθλια κούτα που έχω στρώσει στην Πανεπιστημίου, θα κάνω ένα ζεστό μπάνιο και θα βρω ένα καθαρό δωμάτιο να μείνω. Θα αλλάξω. Θα αλλάξω. Αλλά πάντα με προλαβαίνει αυτή η ρημάδα η μέρα που αλλάζει, η εβδομάδα που τρέχει, κι οι εποχές που μυρίζουν μοναξιά και νοσταλγία για εκείνο το παρελθόν που δεν ξαναγυρνά. Τόσα χρόνια αλλάζω . Τόσα χρόνια, κι όλο ο ίδιος μένω.
-Καινούργια προβολή κυρ Αντώνη;
-Καινούργια.
-Αισθηματικό, τον ρωτάω
-Αισθηματικό, μου λέει και με κοιτά που έχω δέσει τα χέρια μου γύρω από το κορμί σα να προσπαθώ να σχηματίσω ένα ανθρώπινο τείχος. Προστασία ενάντια στον αέρα που διαπερνά τα κουρελιασμένα μου ρούχα.
Παύση. Αισθηματικό. Αίσθημα. Αισθάνομαι.
Χαζεύω την αφίσα της ταινίας απ' έξω. Τα μάτια των πρωταγωνιστών που κοιτάζονται με ένα ύφος λατρείας.
-Θες να μπεις; Δεν έχει πολύ κόσμο απόψε. Αλλά φρόντισε να μη σε πάρουν χαμπάρι.
Είναι καλός άνθρωπος ο κυρ-Αντώνης. Τόσα χρόνια μια φορά δε μου ζήτησε μια δραχμή για εισιτήριο. Να ζεσταθείς κι εσύ λίγο και να ψυχαγωγηθείς, έτσι μου λέει κάθε φορά. Αχ να ψυχαγωγηθώ. Τι να το κάνω τώρα πια; Κοντεύω σχεδόν στα 80.
Στις αρχές ενθουσιαζόμουν, δε λέω. Ένιωθα ένας απ΄όλους αυτούς που στολίζονται τις Παρασκευές και σουλατσάρουν στην Ακαδημίας. Πρώτα κοιτούν τα μαγαζιά, περιεργάζονται τις βιτρίνες κι όλο και κάτι ψωνίζουν κι ύστερα περιμένουν υπομονετικά στο ταμείο να κόψουν εισιτήριο. Τι διαφορά είχα εξάλλου; Φρόντιζα να μπανιαρίζομαι όπως-όπως στις τουαλέτες των Γκούντις και να φοράω το "καλό " μου παλτό. Εκείνο που είχα περιμαζέψει προ δεκαετίας από τις χωματερές. Αλλά όσο περνούσαν τα χρόνια το παλτό άρχισε να φθείρεται κι εγώ δεν είχα πια κουράγιο να μπαίνω καθαρός και παρφουμαρισμένος. Κανείς να μας δώσει ένα πιάτο φαγητό πια. Έπεσε βλέπεις και η κρίση στη μέση. Πού όρεξη πια για ψυχαγωγία; Το μόνο που με ένοιαζε ήταν να ισιώσω λιγάκι τη μέση μου στα αναπαυτικά καθίσματα του σινεμά και να γείρω το κεφάλι μου προς τα πίσω. Να κλείσω τα μάτια μου και να νανουριστώ με εκείνα τα εγγλέζικα που όσες ταινίες κι αν είδα, το μόνο που κατάφερα να συγκρατήσω είναι ένα ρημαδό I love you. Και κάθε φορά για να ευχαριστήσω τον κυρ-Αντώνη του το πέταγα, ως δείγμα ευγνωμοσύνης και δώστου χάχανα
Καλός άνθρωπος ο κυρ-Αντώνης. Με την κουβέρτα που μου χάρισε , πέρασα όλον τον περσινό χειμώνα.Μια φορά με ρώτησε για τη ζωή μου. Δύσκολα κανείς ασχολείται με έναν άστεγο γέρο. Τι με νοιάζει, σκέφτεται. Τι τον ένοιαζε, αλήθεια; Δεν ήξερα τι να του πω. Πρώτη φορά κανείς ενδιαφέρθηκε να μάθει γιατί; Γιατί αυτή η ζωή δεν βρήκε κανέναν προορισμό, παρά προτίμησε να σκορπιέται στους αέρηδες της πόλης. Ας πούμε ότι είμαι αναβλητικός τύπος. Κι αυτή η αλλαγή που έπεισα τόσα χρόνια τον εαυτό μου ότι θα συμβεί , έπαιρνε τη μία αναβολή μετά την άλλη. Συνηθίζουμε να αποδεχόμαστε τον κόσμο όπως μας τον δίνουν, αυτό είναι. Ναι, αυτό είναι. Κι εγώ γεννήθηκα ορφανός, χωρίς γονείς κι άρχισα από παιδί να ζητιανεύω. Συνηθίζουμε να αποδεχόμαστε τον κόσμο όπως μας τον δίνουν, αυτό είναι. Κι όσο κι αν ο κόσμος νομίζει ότι αλλάζει, τόσο ίδιος μένει. Το ξέρω. Το έχω δει. Τόσα χρόνια ανάμεσά τους και τα μάτια των ανθρώπων θα εκπέμπουν πάντα το ίδιο φως κι εκείνο το ίδιο αποτρόπαιο σκοτάδι. Δε θα αλλάξει τίποτα ποτέ, μ' ακούς; Ούτε κι εγώ θα αλλάξω. Θα παραμείνω στάσιμος μεγαλώνοντας ακόμα περισσότερο. Αλλά στάσιμος στην κούτα μου στην Πανεπιστημίου. Πάει, χάθηκε πια η ζωή, η ευκαιρία μου, η μία και μοναδική φορά που έχει κανείς να πετύχει να ζήσει πραγματικά. Το μόνο που μου απέμεινε είναι το παρελθόν που άφησα να μου ξεφύγει, να γίνει ανάμνηση από κάτι που δεν είμαι, να γίνει νοσταλγία για κάτι θα έπρεπε να γίνω. Να γίνει η αιτία που κάθε τόσο επιστρέφω στο άθλιο κουτί μου στην οδό Πανεπιστημίου. Να γίνει η αιτία να μην επιστρέψω ξανά πια.
Ας κάτσω απόψε εδώ λοιπόν. Στα σκοτεινά. Δίπλα στα ζευγαράκια που μασουλούν ποπ κορν, που φιλιούνται κάθε τόσο, που χαϊδεύουν ο ένας τον άλλον. Δίπλα στις παρέες που χαχανίζουν και πίνουν με μανία τις τελευταίες γουλιές κόκα κόλας. Κι ας γείρω το κεφάλι μου στο αναπαυτικό κάθισμα της οδού Ακαδημίας καθώς οι τίτλοι τέλους θα πέφτουν στη φωτεινή οθόνη του σινεμά.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
